"Αφύπνιση, προσέγγιση, συνομιλία". Η ποιητική συλλογή της Λουκίας Ροδίτου.


Την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο "Αφύπνιση, προσέγγιση, συνομιλία", εξέδωσε η Λουκία Ροδίτου. Η Λουκία Ροδίτου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αίγινα, σπούδασε μαθηματικός στην Αθήνα και επτά χρόνια πριν μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα όπου και διδάσκει σε σχολείο της Κυψέλης. Το βιβλίο αποτελείται από τρεις ποιητικούς κύκλους που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες περιόδους της ζωής της: τους "Κύκλους Ομόκεντρους", "Φθινοπώρου Περίπλους" και "Διαλογισμών Διάλογοι". Η Λουκία Ροδίτου γράφει από τα μαθητικά της χρόνια, ωστόσο τα δύο τελευταία χρόνια ξεκίνησε να οργανώνει όλα όσα είχε γράψει. Ποιήματα που βρίσκονταν στο σπίτι της στην Αίγινα ή άλλα που περίμεναν τη σειρά τους να "ανακαλυφθούν" ξανά ανάμεσα σε μετακομίσεις και "κύκλους ζωής". Τα ποιήματα του "Αφύπνιση, προσέγγιση, συνομιλία" μεταφέρουν έντονα τα βιωματικά της στοιχεία, δημιουργώντας έντονες εικόνες, συναισθήματα, την ανάγκη τα πράγματα, οι στιγμές να καταγραφούν και να επανέλθουν. Η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή της Λουκίας Ροδίτου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Αρμός" και είναι διαθέσιμή και από τα βιβλιοπωλεία της Αίγινας.  

Ακολουθούν τα ποιήματα: "Εορτών οσμές, μελωδίες, βιώματα…", "Στην Αίγινα", "Ασπασμός στην Αίγινα".
Εορτών οσμές, μελωδίες, βιώματα…

Χριστουγέννων

άρωμα˙

μέλι, κανέλλα,

γαρύφαλλο, μπαχάρι

και μοσχοκάρυδο

ανακατωμένα

με του  νοτιά

τα νάζια

τα ηδυπαθή

της εγγύς  ανατολής

απηχήματα.

Θάλασσας

νανούρισμα

άμμος,

φύκια σ’ αποσύνθεση

πέτρες  πορώδεις

σμιλευμένες

απ’ του  χρόνου το χέρι,

υγρασία

ανάμεικτη

με πεύκου μυρωδιά

και ξύλου  καμένου

κορυφογραμμές μ’ ομίχλη

κι ο  Μόραλης

να σεργιανά

παρέα ήδη

με τον  Καπράλο

και τον  Καζαντζάκη.

Κτήμα σου

κάνεις

στίχους,

μουσική…

Έξοδος  από

χαλκευμένα  όνειρα˙

αυτοσυνειδησία˙

ευεργεσίες  αφανείς

κι εμφανείς

δε σου  χαρίστηκαν

μ’ αίμα

τις κέρδισες

εσύ…

Κι εγώ…

Η αγάπη

το δρόμο  της

βρίσκει

-όπως  κι η ζωή-

αν με πείσμα,

υπομονή

και βεβαιότητα

την καλέσεις,

συνάγοντας

ένα προς ένα

τ’ ασύνδετα.

Περπατάς

στων  ιδεών

την αμμουδιά

με μιας νεότητος

ατημελησία

και μαζεύεις

λέξεις  αμφίκυρτες

ως βότσαλα

άλλα.
 
 
 
Στην Αίγινα

Αργοπορημένο  απομεσήμερο

στα χωράφια  με τις φυστικιές

μετά  τη βροχή

ασημένιες σταγόνες στις καρδαμίδες

και σαλιγκάρια

που νωχελικά σουλατσάρουν.

Συννεφιασμένο φθινοπωρινό απόγευμα

περίπατος στην ακροθαλασσιά

το κορίτσι  με το κόκκινο μπουφάν

καθιστό στην προβλήτα

αγναντεύει  τη θάλασσα

φόρος τιμής  σε κάποιον

που ποτέ στο καράβι δεν πρόλαβε να μπει

και γι’  αλλού ταξίδεψε.

Βυθίστηκα

στη θάλασσα  των αναμνήσεων

κολύμπησα δίπλα στα φύκια

κι αναδύθηκα

απαλλαγμένη από το βάρος του χρόνου.

Μπροστά η παραλία

ψυχή  πουθενά

κι η  εκκλησία

και τα αλμυρίκια.

Πώς να περιγράψεις  τα χρώματα του δειλινού;

Πώς να περιγράψεις  τις γεύσεις και τις μυρωδιές;

Αναμνήσεις

με γεύση  μοναξιάς.

Δεν είναι  γεύση πίκρας

μοναχά  ηρεμίας

και νοσταλγίας ίσως…
 

Ασπασμός  στην Αίγινα
 

Πικρή γη,

ενίοτε  αφιλόξενη

σκαμμένα  απ’ αρμύρα χαρακτηριστικά

φως καλοκαιρινό  χρυσοκίτρινο

φεγγάρι πρόσωπο ασημένιο.

Γοργόνες που λιάζονται

στον  Αι Νικόλα το θαλασσινό

τα δίχτυα των ψαράδων

αδολεσχία σε φόντο μπλε

λακωνικότητα  του πράσινου.

Μεταλλική φωνή

οι οπλές  αλόγων,

με τα κουδούνια τους

κομματιάζουν

την παχύρρευστη  ζέστη

που ρέει σα μέλι

γύρω  από το κορμί σου.

Πουνέντης μαστιγώνει

τις ξερολιθιές,

σκελετοί  φραγκοσυκιάς δορυφορούν

αρχαίο  ελαιώνα ετών 2.000

με μυστικά  απόκρυφα.

Βαρελιών  μυρωδιά

και ρετσινιού

στο γιαλό  της Παναγίτσας

Σεπτέμβρη σκιερό αναγγέλλει.

Γη με κανάτια ιδρωμένα

από πηλό αργίλου,

συκιές  μοναχικές

ελιές κι αμπέλια

που φυστικιές  γενίκαν.

Ρυθμικός  ήχος

μηχανής ψαροκάικου

αγέννητου παιδιού καρδιά

σε υπέρηχο.

Στα στενά  σοκάκια των ονείρων σου

σφουγγαράδες  σεργιανίζουν

και καλόγνωμες

στις  πλώρες ξαποσταίνουν.

Αρπαγή  των πόθων

στου  Αχέροντα

τα μακρινά ταξίδια

ο υιός της  Αιακός τα συνοδεύει

μ’ αν θες πολύ

μπορεί  και γυρισμό να έχουν.

Αχλύ  αιωρείται

στο λόφο της Παλιαχώρας

πάνω  από ικεσίες δίδυμες

αφήνοντας μακριά

τις ιαχές  του Μπαρμπαρόσα

που λάμνει

με συντρόφους στο λιμάνι.

Νοτισμένα από δάκρυα

κλαδιά  μυρσίνης και δάφνης,

ανάμεικτες  ζητωκραυγές

με πολυβόλων  βροντές

τον πρώτη  κυβερνήτη συνοδεύουν

στο δρόμο  απ’ τον αιγιαλό

στο βουλευτήριο.

Γη με ρημοκλήσια

κεντημένα στο σώμα σου

ανάμεσα σ’ αμυγδαλιές

και κυπαρίσσια λυγερά,

άγιοι φρουροί

συλλογισμένοι στέκουν

στο κατώφλι  σου

μυρίζοντας  κερί και θυμάρι.

Μοιρολογίστρα γη

του Λειδινού που πεθαίνει

στ’ αντίκρισμα του φθινοπωρινού δειλινού

και την  άνοιξη ανασταίνεται

χορό  Λαμπρής χορεύοντας

βόγα  της τράτας τραγουδώντας.

Μορφή τριγώνου ισοπλεύρου

η θωριά  σου

μα και  κέντρο

κύκλου  σαρωνικού

στην  ασκητική θέα των βράχων σου

πληγές  ανοίξαν

που δεν  επουλώνονται.

Αίγινα…

Ολίσθησα  σε αναμνήσεις ανώδυνες

αποστασιοποιημένος  παρατηρητής εγώ

τοπίου, τόπου και χρόνου

δε θέλω σ’ αυτά να τοποθετούμαι

διότι ακίδα βέλους αποκτούν.

Αίγινα…

Τις πατημασιές των ονείρων μας

σε άλλο μονοπάτι ακολουθήσαμε.